ἑλικοειδής

ἑλῐκο-ειδής, poet. [pref] εἱλικ-, ές,
A of winding or spiral form, [σαυνία] D.S.5.30;

γραμμή Plu.Num.13

; of planetary orbits, Cleom.1.4;

ἔντερον Aret.SD2.3

;

τόποι S.E.P.1.126

;

σελήνη D.L.7.144

. Adv.

-δῶς Cleom.1.4

, Dsc.2.165, Olymp. in Mete.13.9.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ελικοειδής, -ής -ές — ελικοειδής, ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή 1. που έχει σχήμα έλικα, που μοιάζει με έλικα: Ελικοειδής γραμμή. 2. που ελίσσεται με σπειροειδή τρόπο: Ελικοειδής δρόμος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑλικοειδής — of winding masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελικοειδής — ές (AM ἑλικοειδής, Α και εἱλικοειδής) αυτός που μοιάζει στο σχήμα με έλικα …   Dictionary of Greek

  • ελικοειδής — [эликоидис] επ. спиральный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἑλικοειδῆ — ἑλικοειδής of winding neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑλικοειδής of winding masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑλικοειδής of winding masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικοειδεῖ — ἑλικοειδής of winding masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἑλικοειδής of winding masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικοειδεῖς — ἑλικοειδής of winding masc/fem acc pl ἑλικοειδής of winding masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικοειδές — ἑλικοειδής of winding masc/fem voc sg ἑλικοειδής of winding neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικοειδοῦς — ἑλικοειδής of winding masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικοειδέες — ἑλικοειδής of winding masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικοειδέσι — ἑλικοειδής of winding masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.